Αναρτήσεις

...μια μέρα κράτησα δική μου που δεν λέει να τελειώσει...

Εικόνα
   Έχεις προσέξει πως συλλαβίζουμε κάθε φορά που συναντιόμαστε, της είπε κοντά στο αυτί, γέρνοντας το σώμα του μπροστά, σαν να έψαχνε κομμάτια μουσικής μέσα στο νερό. Εκείνη, έσκυψε ακόμα περισσότερο, άπλωσε το χέρι στο σύννεφο και η καρδιά του άρχισε να χτυπάει δυνατά. Πίστεψε για μια στιγμή πως θα του έπιανε το χέρι. Σήκωσε τα μάτια του χωρίς να κουνήσει διόλου το κεφάλι, να δει αν βλέμματα αδιάκριτα κοιτάζουν προς τον βράχο τους. Τίποτα. NADA !!! Έφτανε τόσο για να καταλάβει πως το χέρι της δεν πήγαινε στο δικό του χέρι, μα σε κάτι που λαμπύριζε μέσα στο νερό. Μια αρμαθιά κλειδιά και ένα κράνος από μια πανοπλία ιππότη ήταν αυτό που τράβηξε. - κοίτα, του είπε, Το γούρι μου, εγώ το βρήκα. Δεν έχω βρει ποτέ τίποτα στην ζωή μου. -Ματώνουν τα χείλη μου κάθε φορά που λέω το όνομα σου και εσύ μου μιλάς για τύχες και για γούρια... Δεν είπε τίποτα εκείνη, τον κοίταξε μόνο ίσα στα μάτια και χαμογέλασε - Έλα, τι είναι; Πες μου γιατί χαμογελάς; - Θα σου πω, του λέει χαμηλόφωνα, μα πες ...

κάτι στροφές τις Κυριακές

Εικόνα
  Ανοίγει η Μαύρα την Κυριακή με παρέα κάτι Σούλες Γαλάζοπόδαρες, με μάτια γουρλωτά, από τα Γκαλαπάγκος και μοιάζει η οθόνη με σκηνή θεάτρου που στη χάρη του ανοίγει η Αυλαία και γκρεμίζεται από το ταβάνι ίσα με το πάτωμα. Από τη σκόνη και την αντάρα της καταρρεύσης, ξεπροβάλλει το πρόσωπο ενός Καβάφη που στενάζει και συνθλίβεται μέσα σε ένα μπουκέτο λουλουδόμορφων μηχανών. Το Πρόσωπο ενός Καβάφη στη νοσταλγία. Μέσα λέξη συνθέτη Νόστος + 'Άλγος. Ίσως και να κάνω λάθος. Γέμισε η αίθουσα γυμνούς θορύβους και με Το Πρόσωπο ενός Καβάφη. Στα διαλείμματα ζεις και προσεύχεσαι σαν κάποια άγκυρα να σε κρατάει μακριά από τη στεριά, σαν τον αγαλμάτων την νωθρή κινητικότητα και όταν καταλαγιάσει η σκόνη και σιωπήσουν οι πλεονάζοντες θόρυβοι θα έχει έρθει η ώρα που θα εμφανιστούν οι κλόουν. Τώρα οι κλόουν θα μας κάνουν να γελάσουμε. Αφήνω  με θόρυβο να πέσει στο βάθος ότι λευκό στα χέρια μου κρατούσα. Ανάσα Βλέμμα Άγγιγμα Ελάχιστα από εκείνα που έχουν αξία θα καταλήξουν στο τέλος. Θυμάμαι ...

οπου φυτρώνει η Μinuartia Τhymifolia

Εικόνα
  Δεν ταξιδεύω με το δάχτυλο, μήτε σε σειρά με επιζώντες θέση αποζητάω. Τα κύματα έρχονται οικειοθελώς προς το μέρος μου, αθόρυβα μα με  έναν ρυθμό υποβασταζόμενο. Λιακάδα ποτέ. Περνάει ο καμπούρης. Κοντοστέκεται. Κοντοστέκομαι και εγώ. Ο ήλιος  φαρδύς, έχει απλώσει αχτίδες χειροπόδαρα και αγναντεύει το μέγα πλήθος. Ραχάτι. Τραγούδια εποχιακά από τα κλειστά ραδιόφωνα, η τηλεόραση κάνει τη δουλειά της. Εσύ να  ποστάρεις πύρινες λέξεις ποιητών για την άνοιξη, χρώματα για χάδια και φιλιών ανατριχιάσματα. Εγώ να αναζητώ συνθήκες στα πειράματα, μέσα από σύννεφα καπνού, αόριστα επιφωνήματα και μάτια κατακόκκινα, νεροτσουλήθρες. Μόλις πέσει η νύχτα παρελαύνουν από μπρος μου όλοι οι καμπούρηδες ετούτου του κόσμου. Έρχονται από το χάσιμο σε χάσιμο να καταλήγουν. Ένα περίεργο πράγμα. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα που λένε. Δεξιά ή αριστερά κανένας δεν πάει. Σκέφτομαι πως θα χαλάσει ο καιρός. Όχι πως με νοιάζει τι εποχή θα ναι μα ναχαμε κάτι να λέμε. Να γεμίσουμε  με αντιολι...

δες τα αεροπλάνα πως πετούν

Εικόνα
  Οι ισόβιες σχέσεις είναι σαν το χασμουρητό, Τι ωραιότερο από το εφήμερο άλλωστε σχεδόν πάντα μέσα στην αθλιότητα του ωραίου υπάρχει μία θλίψη. Παραβίασες στα όρια εκείνα που Εσύ  έθεσες, εκείνα που έρπουν μεταξύ συνηθισμένου και αυτονόητου. Αρίθμησες το λευκό χρώμα της αδιαφορίας μη γνωρίζοντας πώς το λευκό είναι εκείνο το χρώμα που ζωντανεύει όλα τα άλλα. Το μαύρο που έδειχνες, το είχες μόνο για το φαίνεσθαι Έβγαλες τα παπούτσια μόλις πάτησες την άμμο και άρχισες να μετράς τα αστέρια και τις φωτιές αψηφώντας την αλήθεια. Από πού άραγε ξεκινάει η ψυχή σου και από πού το σώμα σου; Ένα δάκρυ ανεπιθύμητο κυλάει στο Εγώ σου, μα δεν πληγώνεσαι, πληγώνεις. Ξεπέρασες τελετουργίες και προσχήματα, μοιάζεις να θέλεις να δώσεις σχήματα στις φωνές. Εγώ Θα θυμηθώ μέσα από τον καθρέφτη μου να δω τον ουρανό, τι μπορεί  τώρα πια να με τρομάξει; Η αναδίπλωση του μαύρου από την άλλη μεριά μοιάζει μονότονη, γέννα ανώδυνη και πάλι ξανά... Να τολμήσω να φτιάξω το δικό σου πορτρέτο εγώ ο κατ...

θνητός και αυτός

Εικόνα
  Κάθε πρωί το ίδιο τροπάριο, σηκωνόταν έβαζε τις παντόφλες του και πήγαινε να νιφτεί Μοτίβο πια. Ύστερα θα έβαζε το γαμπριάτικο κοστούμι του, εκείνο το βαθύ μπλε με την ξεθωριασμένη ρίγα και θα κατέβαινε  στην είσοδο με το ...πακέτο υπό μάλης. Ένα μικρό κοτέτσι αριστερά από τα σκαλιά, περιφραγμένο. Μέσα ο Ντιρίς, ο κόκορας. Ένας μόνο κόκορας. Θα καθόταν στο ετοιμόρροπο ξύλινο σκαμπό και για την υπόλοιπη ώρα θα τον τάιζε καλαμπόκι σπόρο σπόρο, ανακαλώντας στην μνήμη του, την δικιά του κατεδαφισμένη ζωή. Κάθε φορά η ίδια διαδικασία. Κάθε φορά η ίδια αναπάντητη απορία -Τι πήγε λάθος στην ζωή του, τι δεν έκανε σωστά... Γύρναγε ο καιρός τα ανάσκελα και μετά στα ίσα, στέρευε το νερό που έτρεχε και ας είχε παρασύρει τα σημάδια. Πρόσταξε να ξέρεις. Στεκόταν εμπρός, ρωτούσε την ώρα, καμία απάντηση. Κοιτούσε ψηλά, θαύμαζε το μεγαλείο Του. Χανόταν. Πάλι λάθος γιορτή διάλεξα, σκεφτόταν. Έβγαζε από το πακέτο ένα ΄΄Τέλειον΄΄, φούμερνε κανά δυο τζούρες από το ξέμπαρκο τσιγάρο, κάπνιζε δεν κ...

μια γατα, ενας γατος και εγω με εμφραγμα

Εικόνα
  Το φως έκανε σκαλοπάτια και γωνίες στο πάνω μέρος του αιθρίου και το νερό που είχε σκορπιστεί, έδινε και αυτό μια ψευδαίσθηση δροσιάς. Με ένα γυαλιστερό ασπρόμαυρο τρίχωμα και δυο κάθετες καφέ λουρίδες στο πρόσωπο, καθόταν στα πίσω πόδια νωχελικά σχεδόν ουδέτερα και μάζευε τη ζέστα που περίσσευε ή εκείνη πού της αναλογούσε. Ποιος ξέρει; Εκείνος, ήρθε από πίσω με παράστημα και βάδισμα ανυπέρβλητου αρσενικού. Τζάμπά ο τρόπος Κρίμα στην προσπάθεια Δεν του δώσε καμία σημασία, εκείνη Εκείνη Εκείνη, εκείνη πάντα κάποια εκείνη Έμεινε πίσω της για ώρα Καμία σημασία Κάποια στιγμή, εκείνη, σηκώθηκε και πήγε μερικά μέτρα αριστερά της, δίπλα στο περιστέρι. Περπατούσε και αυτή πολύ όμορφα είναι αλήθεια, αν και ήταν του νοσοκομείου. Όλο σκέρτσο και χάρη μέσα στο νάζι. Οι άνθρωποι δεν έμοιαζε να την απασχολούν, ούτε τα προβλήματά τους. Στα νοσοκομεία, το ήξερε καλά αυτό, κανείς δεν πάει για ψυχαγωγία παρόλα αυτά... Στα γατιά δεν καίγεται καρφί για τα προβλήματα των ανθρώπων. Ήταν βέβαια και ο ή...

Εδώ στον τόπο των νεκρών

Εικόνα
  Ναμαι τώρα, πάνω στο ζάρι, στο νεκροταφείο στο Λαγό, πού πάει τάφος και 30 χιλιάρικα.  Ναι, να ασχοληθώ εδώ να κονομήσω. Όχι που βολοδέρνω στα δεύτερα και  πού έρχεται ο καθένας να κάνει τάφο με 200 ευρώ. Άσε, ευτυχώς που δεν έχω μπλέξει και τούτα τα σύννεφα που μας έχουν ζώσει σήμερα,  τραβούν κάτι χαρακιές στον ουρανό, μετά μερεύουν, μαλακώνουν. Ύστερα πάλι θεριεύουν, αγριεύουν και πορεύονται κατά τη δύση. Οι δρόμοι της επιλογής του Τάσου δικιά του υπόθεση και για τους δικούς του λόγους. Από μικρός δρομομανής ήταν. Όλο στο  φευγιό ο νους του. Τώρα εδώ τα τελευταία κοντά 10 χρόνια, κόλλησε με τις δουλειές του νεκροταφείου σαν να τον φρενάρει ο θάνατος ένα πράγμα Ο ήλιος νεροβύζενε και βυθιζόταν πέρα στην Αδριατική. Είχε θέα τη θάλασσα τούτος ο τόπος των νεκρών. Λειψά κύματα, μοναξιά στο μέτρημα και εκείνο το βαρύ μπεζ του ουρανού με τη λασποβροχή από τη σκόνη της Σαχάρας αντάμα. Ο Τάσος κυνηγημένος από το μέσα του, από τα 14 με μία αγωνία μόνο για το αν θα ΄΄...