Αναρτήσεις

με κομενη την ανασα

Εικόνα
  Φεύγουν οι νύχτες πού γίνονται μέρες, έρχονται άλλες και άλλες, σαν τις ανάσες Μέτρησες πότε τις ανάσες σου; Δεν τις μέτρησες πότε και ας είναι εκείνες πού στην ζωή σε κρατούν. Την τελευταία όμως ανάσα θα την ξέρεις. Αλλά τότε τι σημασία θα έχει; Στην Αλικαρνασσό όλα πετούν χαμηλότερα, πουλιά, ματιές, αεροπλάνα. Σκεφτόμουν, σαν όνειρο λέει, πώς βάδιζα σε μία τεράστια ευθεία. Δεξιά και αριστερά δεν είχε κανένα σημείο προστασίας για το ενδεχόμενο να... Για πάνε ενδεχόμενο τέλος πάντων. Και με έναν τρόπο μαγικό άρχισε να βρέχει. Τι φιλαρμονικές τι χειροκροτήματα, ακόμα και όσα παιδιά  βύζαιναν, σταμάτησαν το βύζαγμα και σήκωσαν τα μάτια προς τον ουρανό. Μα στη βροχή πυροτεχνήματα δεν ευδοκιμούν. Έβρεχε καταρρακτωδώς από ένα σημείο και μετά μετά τουλούμι που λένε. Σκέφτηκα λοιπόν, - δεν προχωράς πιο γρήγορα; Το γιατί δεν το γνωρίζω, 7X 12 είναι όλο και όλο το δωμάτιο και η βροχή απέξω. Στα αυτιά μου οι ΝΒ, με το Collapse τους, στα μάτια μου ο Blixa με μάσκα χειρουργείου. Στον το...

΄΄ αλκοολικές νύχτες σε λιβάδια θεοσκότεινα ΄΄

Εικόνα
    Η ζέστη σταθερή και ετοιμοπαράδοτη, αριστερά από την καρδιά χαμηλότερα και δεδομένη. Εμπρός μου μια πόρτα μισάνοιχτη και μετά της, ένας διάδρομος έρημος μα ηλιοφώτιστος, οδηγεί σε τοίχο. Σχεδόν αριστερά μου, άλλη πόρτα. Κλειστή. Αμπαρωμένη. Από τώρα και στο εξής, θα μετράω την σιωπή με τις μέρες. Σαν θαλαμοφύλακας σε εγκαταλελειμμένο στρατόπεδο. Θα περιφέρομαι σαν ερτζιανό, νυχθημερόν στα βραχέα. Δεν θα αντιστέκομαι, δεν θα ονειρεύομαι. Η πόρτα αριστερά μου, εκείνη η σφαλισμένη, έχει μια σκάλα εμπρός της και την μέρα ολόκληρη. Την βλέπω από το παράθυρο. Εκείνο το παράθυρο που έκλεισα με χαρτόνια, για να απαγορεύσω στο φως να μπαίνει όποτε του κάνει κέφι. Να μην μπαίνει το φως ή για να μην με βλέπουν οι απέναντι, όταν εγώ δεν θα βλέπω τίποτα, αφού τα όνειρα πια, δεν είναι μια προσφιλής για εμένα δραστηριότητα. Δεύτερη μέρα που γύρισα την πλάτη μου στο μέλλον. Ψέματα. Περισσότερες είναι. Μα τι σημασία έχει ο χρόνος, αφού  ούτε δικός μου είναι, έχω απεμπολήσει προ πολλού...

Νόμισα πως σε άκουσα να λες:

Εικόνα
  ΄΄Εμένα μου αρέσουν οι παράξενοι άνθρωποι. Οι παράξενοι άνθρωποι έχουν καλή καρδιά, είναι απρόβλεπτοι κι αληθινοί. Φτιάχνουν υπέροχα, παράξενα πράγματα και λένε όμορφες παράξενες κουβέντες. Ξυπνούν και κοιμούνται παράξενες ώρες και διηγούνται παράξενες ιστορίες. Οι παράξενοι άνθρωποι έχουν παράξενα μάτια που τα διαβάζουν μόνο άλλοι, παράξενοι, άνθρωποι. Οι υπόλοιποι τα κοιτούν μαγεμένοι και προσπαθούν να μαντέψουν. Οι παράξενοι άνθρωποι αγαπούν παράξενα. Αγαπούν τα πάντα. Ακόμη και τα πιο παράξενα. Κι εγώ αγαπώ τους παράξενους ανθρώπους. Παράξενα..........΄΄ ...μα ΟΧΙ,  εσύ ειπες μονο, εισαι : γελοίος και ανεπαρκής

τωρα σιωπες παντου

Εικόνα
  Δυο λόφοι παρατατικοί, τους κοιτάζω ώρα, με όσο φως έχει απομείνει. Οι καλοκαιρινές οι προσμονές, του φθινοπώρου αντάρα, που λένε. Ο ένας μικρός, τον αφήνω στην ...ησυχία του, μοιάζει να είναι ντροπαλός, σαν παράπονο της νύχτας. Ο άλλος, ο μεγαλύτερος, μοιάζει με Κάσμπα που γύρω γύρω την αγκαλιάζει η θάλασσα, μα θάλασσα εδώ δεν υπάρχει. Σιωπή. Σιωπή σαν θάλασσα και το φως τι να σου κάνει; Τι να προτοκρύψει, αν το φως μπορεί κάτι να κρύψει. Πέρασαν κουρσάροι αιμοχαρείς, κούρσεψαν τα πάντα, μαζί και τα παιδικές φωνές. Γινόταν χαμός από φωνές παιδιών εδώ, τώρα μόνο σιωπή. Κακό πράμα ο άνθρωπος. Τέρας που περπατάει, που μιλάει, που κρύβετε σε πρόσωπα. Πώς είναι το όνειρο; Να στέκεις γυμνός στο προσκύνημα, να εύχεσαι, να ελπίζεις, μέρες, νύχτες, να σταματήσει το κακό, να ρίξει έστω μια βροχή, να την δαμάσει. Να σου δίνει, να σε κρατάει ζωντανό και εσύ να την σκοτώνεις, ζωή για την ζωή σου, θλιμμένες οι μέρες των γερόντων, που στο φευγιό της ζήσης τους, πρόσφυγες στον τόπο τους, βολοδέ...

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΕΝΟΣ ΟΧΙ ΤΥΧΑΙΟΥ ΜΑΥΡΟΥ ΓΑΤΟΥ

Εικόνα
  Εσύ, λίγο πριν βάλεις το κλειδί στην πόρτα, σήκωσες το κεφάλι και έμεινες με το στόμα ανοιχτό να κοιτάς τον ουρανό. -Θα εκραγεί, είπες. Είναι τόσο λαμπερό. Μα καλά Σείριος-Πρόκυνα-Μπετελγκέζ, το χειμερινό τρίγωνο. Εσύ, λίγο πριν βάλεις το κλειδί στην πόρτα, σήκωσες το κεφάλι και έμεινες με το στόμα ανοιχτό να κοιτάς τον ουρανό. -Θα εκραγεί, είπες. Είναι τόσο λαμπερό. Μα καλά Σείριος-Πρόκυνα-Μπετελγκέζ, το χειμερινό τρίγωνο. Σε ρώτησα τι ακριβώς λες. Συνέχισες. -Ο Σείριος είναι ο πρώτος λευκός νάνος που ανακαλύφθηκε, το πιο λαμπερό αστέρι και βρίσκεται στον αστερισμό του Μεγάλου Κύκνου. Χαμογέλασα, ήθελα να σε ρωτήσω αν «έρχεσαι» ειρηνικά, αλλά δεν το έκανα. Ήσουν απόλυτα σοβαρή και δεν άφηνες περιθώρια για χιούμορ.  Ήταν άλλωστε η ώρα που το φως λιγόστευε και είχε αρχίσει να χάνεται. Τώρα σειρά είχαν τα σχήματα. Τα μάτια είχαν γυρίσει προς τη νύχτα. Τα μπαγκάζια άλλος τα κουβαλούσε, όσο για νερό μέσα στο αυτοκίνητο, ούτε λόγος. Έγκλειστος, δεν το καταδέχτηκε. Αφού βολεύτηκ...

Η @n/Να $tON kAiaFα ( σε συνέχειες ) .3.

Εικόνα
  K εφάλι σκύλου στα μπροστά, φοβάσαι πάλι, μα μόλις κάνει αριστερά, πουτάνα γριά θυμίζει και ξεχνιέται και ονειρεύεται και δώστου πάλι. Τρικυμία σε ποτήρι. Ποιόν να ταράξει; Ποιος να φοβηθεί; Δώστου πάλι από την αρχή, να τραβούν μέλισσες το άρμα του σκορπιού, τόσο βαθιά, από εκεί που δεν υπάρχει επιστροφή.                                         Είδες πουλιά, ζώα, ψάρια, να εργάζονται; Να αποταμιεύουν, να θέλουν ιδιοκτησία; Να έχουν ταυτότητα, σύνορα διαβατήρια; Να θέλουν διακοπές; Όχι ε; Όλα ετούτα τα δεινά, του ανθρώπου είναι δημιουργία και τα έκανε δικά του. Το ΄΄εξυπνότερο΄΄ των ζώντων όντων, το εξυπνότερο λέει, του ζωικού βασιλείου. Είναι ο καιρός που τα φεγγάρια βολτάρουν στα Λεύκτρα δυο δυο. Εκείνο του κόκκινου ελαφιού, το άλλο το μπλε της μεγάλης θλίψης και ου το καθ...

Η @n/Να $tON kAiaFα ( σε συνέχειες ) .2.

Εικόνα
  Καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς, ὅτι καλόν· καὶ διεχώρισεν ὁ Θεὸς ἀνὰ μέσον τοῦ φωτὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σκότους.   Εκεί στα πιο μέσα, στα πιο βαθιά ενός ξύλινου συρταριού έχει φυλάξει τα κλειδιά των πέρα δρόμων. Εκείνων των παράταιρων δρόμων, που θα την πήγαιναν ακόμα πιο μακριά. Στο πέρα από εδώ. Μερικές φορές η αιωνιότητα θέτει προϋποθέσεις. Είσαι καλή στην τέχνη του κολλάζ, να μην πάει τίποτα χαμένο, πιστεύεις στα παράθυρα και όταν ανοιχτά τα συναντάς,  με μια  τεράστια έκπληξη στα μάτια, κατευθύνεσαι στους καταρράκτες. Σημείο επαφής ελλειπτικό, μηδενική βαρύτητα, καμία σοβαρότητα. Τώρα στέκεις εκεί απέναντι, με μια λιβελούλα αναπνοή και μοιάζεις περισσότερο με γέλιο που έλιωσε η βροχή. Ένα ελάχιστο κυκλάμινο. Μια δοξασία. Κάθε που νύχτωνε έκρυβες την θλίψη και έτρεχες ξυπόλητη να ποτίσεις τα γεράνια. Εκείνα με το που ξημέρωνε, είχαν μαζέψει όλο το κόκκινο για σένα. Στο είχα πει, μην κάνεις πως τώρα δεν θυμάσαι. Στο είχα πει πως στο συρτάρι βρήκα τα κλειδι...