Από την 1η μέτρα της ζωής του ζόρικος. Τι λέω, πια 1η μέρα; Από πριν βγει από την κοιλιά της μάνας του, έδειξε τις προθέσεις του. Δεν τον γουστάρω τον κόσμο σας, πάρε το ένα, πάρε και ταλλο και όσο μεγάλωνε, λιοντάρι στο ζώδιο, Αυγουστογεννημένος βλέπεις, μα μέσα του ζούσαν άγρια Mustang και ήταν πολλά τα γαμημένα, ποιο να πρώτο τιθασεύσεις; Δεν τον έκανες καλά με τίποτα. Μεγάλωσε μέσα στη μουσική, με μουσικούς ολόγυρα, στην κόψη της νύχτας, την μέρα δεν την ήθελε, παρά μόνο την Ανατολή της. Και όλο και μεγάλωνε. Ήταν φορές, που έμοιαζε με φθινόπωρο, εκείνο το φθινόπωρο που φέρνει τα μπαρτάμια στην λίμνη Οσογκότσε να πεθάνουν. Μα τις περισσότερες άλλες φορές, ήταν ΦΩΣ Αναμενόμενο. Σήμερα θα πίναμε καφέ. Άλλοι έδιναν ραντεβού στα γουναράδικα, εμείς δώσαμε στην Βραζιλιάνα. Έφτασα πρώτος, αλίμονο. Ήρθε και εκείνος, μέσα στο χαρούμενο μαύρο. Στο χέρι τον καπνό και μια νάιλον τσάντα. - ΄΄Αυτά είναι για σένα΄΄, είπε. Κονιάκ πίνεις; Και εγώ τελευταία μόνο κονιάκ πίνω. Τρεχοβολάει ...