μια στιγμή είναι αρκετή
Είχε άπνοια υγρασία και ζέστη πολλή
κούνησες το χέρι επιδεικτικά
μου άνοιξες την πόρτα και μου είπες
- φεύγεις
στο άλλο χέρι κρατούσες τα ναύλα για τη διαδρομή
έφυγα είναι αλήθεια μα ήξερα πώς θέση κενή δεν αφήνω
είχα δει στον ύπνο τον προηγούμενο να μου γεμίζεις το ποτήρι του κρασιού με άφθονα χρυσόψαρα.
τώρα πηγαίνω το χαμόγελο στη λάμπα και μένω να θαυμάζω τις μακρινές θάλασσες που φτιάχνουν νησιά φευγάτα.
έμαθα πια.
Από όσα χρώματα κι αν έζησα εγώ αγάπησα εκείνα της βροχής.
Μα είναι μία στιγμή που το μαύρο σε βρίσκει ανέφελο τότε σεαγκαλιάζει, μένει εκεί για πάντα πια.
έφτανε μία στιγμή.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου