δύο Πεύκα ξεσωματα σε ένα βαρύ ηλιοσκοτείνιασμα, ο ορίζοντας καθαρός, Ο Λευτεράκης να λυσσάει με τις παντόφλες του Βασίλη στην αυλή και εγώ να βλέπω πως τούτη την ώρα που ότι θέλω το έχω και είμαι ακόμα ζωντανός, θωρώ την ομορφιά σου γεύομαι τα συμβαίνοντα καφές βαρύς καφές πρωινιάτικος, τσιγάρο από εκείνα τα ...τελευταία λίγους ανθρώπους να νοιάζονται στα αλήθεια και είμαι τυχερός γι'αυτό. μία ησυχία ογκωδέστατη Μα όχι σιωπή και μία βόλτα στη θάλασσα που έρχεται και κάθε φορά που βλέπω την αγκαλιά της μου κόβεται η ανάσα
θάλασσα με αιτία πόσο μπλε.
ENA XAΣΙΜΟ ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΦΩΣ
Σάλεψε λίγο μπρος στο φως, κάπως σαν να κουνήθηκε και μετά έγειρε εκεί στο κρύο των ημερών. Δεν πονούσε πια, δεν ζητούσε, ούτε είχε τίποτα δικό του, σαν κάτι που να θυμίζει. Ένα όνομα ίσως, αλλά ποιος νοιάζεται τέτοιες ώρες για τα γραφειοκρατικά. Ένα γαλαζοχάσιμο χαμόγελο από τη μέρα που γεννήθηκε είχε σχηματιστεί στα χείλη του. Σαν να ήταν κουσούρι από ψύξη στο πρόσωπο. Μικρός. Δώρο άδωρο η ζωή του. Χαμένος χρόνος, πώς να το πω; Σαν τραγούδι της PI Harvey, όταν το λέει φορώντας μόνο βιvίλ σουτιέν και γύρω της δαίμονες καινοτόμοι. Ήταν Μάιος του 1984 σε μια παραλία στην Ίο. Από εκείνες που τότε καταβρόχθιζαν Εγγλέζους πάνκιδες και Έλληνες ομοϊδεάτες τους. Εγώ τότε ήμουνα με τη Μαρία. Τα’ χαμε δεν τα’ χαμε κανά τρίμηνο. Η Μαρία, εκκολαπτόμενη μουσικός, ψηλή με μακριά σγουρά μαλλιά, σαρκώδη χείλη και ατέλειωτα όνειρα. Εγώ το πάλευα με τη φωτογραφία, μάλλον ατάλαντος, αλλά επιμελής. Διακοπές νωρίς, γιατί όταν θα πήγαινε διακοπές ο συρφετός, εγώ έμενα Αθήνα για να δουλέψω. Εκείνο το Μάιο γ...

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου