Χαμηλώνει τυχαία το ύψος, πίσω από τα κάγκελα βρεγμένος δρόμος που μονομερώς εκλιπαρεί να έρθει το φως και μία συγνώμη.
Οι παιδικές φωνές έγιναν σκαλοπάτια ανηφορικά, τα χαμόγελα ουρλιαχτά, η σκόνη πήγε και στάθηκε στα βρόμικα από πριν πρεβάζια, στα χωρίς λουλούδια μπαλκόνια.
Πάνω στη ματιά σου πού νόθα θέλω την εξαγόρασαν, σε εκείνη τη ματιά που ρυτίδες γέμισε το μέσα μου και έτσι πορεύομαι, από εδώ έως τους τάφους μας, απλώνει χέρι η ύπαρξη μετά το λευκό που γίνεται συμπαγές και κυρίαρχο.
Η δική σου ύπαρξη, θάλασσα γυμνή.
Επιθετική μα σίγουρη, μπρος πίσω να ξεπλύνει τις βρομιές του πριν...
και εμείς άνθρωποι μόνο
Είναι που αγγίζω με τα μάτια το χάδι, τον έρωτα, τη φυγή.
Είναι που έτσι ξορκίζω το σκοτάδι, τη μοναξιά, τον φόβο.
Είναι πού αποφεύγω τα ύστερα αυτού του κόσμου η έτσι πιστεύω.
Ένας αέρας βορινός με κυκλώνει απόψε.
Απόψε το φως αναπαύεται στις μέρες που του έτυχε να ζήσει, αύριο θα είναι γεμάτο ενοχές, ίσως να προτιμήσει τη λύτρωση.
Εκεί είναι για να το προτιμούν οι άνθρωποι.
Δεν είναι δειλό το φως.
το Α το στερητικό ζάρωσε τη φωνή μου μίκρυνε τους ορίζοντές μου και έτσι οι πολεμιστές φόρεσαν τα γιορτινά τους, ούτε η μνήμη συνεργάζεται, μόνο η θλίψη μοιάζει εδώ να βασιλεύει και τούτος ο αέρας ο βορινός εξακολουθεί να ανακυκλώνετε.
μια μέρα κράτησα δική μου που δεν λέει να τελειώσει
Έχεις προσέξει πως συλλαβίζουμε κάθε φορά που συναντιόμαστε, της είπε κοντά στο αυτί, γέρνοντας το σώμα του μπροστά, σαν να έψαχνε κομμάτια μουσικής μέσα στο νερό. Εκείνη, έσκυψε ακόμα περισσότερο, άπλωσε το χέρι στο σύννεφο και η καρδιά του άρχισε να χτυπάει δυνατά. Πίστεψε για μια στιγμή πως θα του έπιανε το χέρι. Σήκωσε τα μάτια του χωρίς να κουνήσει διόλου το κεφάλι, να δει αν βλέμματα αδιάκριτα κοιτάζουν προς τον βράχο τους. Τίποτα. Όλα ήσυχα. Έφτανε τόσο για να καταλάβει πως το χέρι της δεν πήγαινε στο δικό του χέρι, μα σε κάτι που λαμπύριζε μέσα στο νερό. Μια αρμαθιά κλειδιά και ένα κράνος από μια πανοπλία ιππότη ήταν αυτό που τράβηξε. - κοίτα, του είπε, Το γούρι μου, εγώ το βρήκα. Δεν έχω βρει ποτέ τίποτα στην ζωή μου. - Ματώνουν τα χείλη μου κάθε φορά που λέω το όνομα σου και εσύ μου μιλάς για τύχες και για γούρια... Δεν είπε τίποτα εκείνη, τον κοίταξε μόνο ίσα στα μάτια και χαμογέλασε - Έλα, τι είναι; Πες μου γιατί χαμογελάς; - Θα σου πω, του λέει χαμηλόφωνα, μα πες μου...

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου