Είναι που η φωτιά από τα σκοτάδια μου φαντάζει πιο μεγάλη και ο Προμηθέας στο βουνό ζάλη μου φέρνει, στα ματία όταν το κοιτάζω.
Όταν κατάματα κοιτάζω τη φωτιά, παρηγοριά η θάλασσα πού από δάκρυ και δάκρυ τόσο μεγάλη έγινε, η θάλασσα που με έφερε κοντά σου κι άνοιξε δρόμο στη φωτιά και της έδωσε τράτο να κάψει ότι υπήρχε.
και όταν πεις
αγαπήσαμε τις ίδιες μουσικές, όταν μαζί κοιτούσαμε όλα όσα αλλιώς φάνταζαν Τυχαίο δεν ήταν όταν είπες:
- Όλα παιχνίδι είναι.
Ανάμεσα στις λέξεις και στο δάκρυ ένας θυμός δρόμος, προσφιλή συνήθεια των ανθρώπων εντός ή εκτός από το δαιδαλώδη χώρο των συναισθημάτων.
Κύμα πίσω δεν γύρισε ποτέ, όλοι το ξέρουν αυτό, μήτε στα μάτια Θεός, ούτε στις προσευχές άνθρωποι, προς τι θυμός λοιπόν;
γέρνει το φως παράπλευρα και χρυσώνει τοίχους αδιάφορος, αδιάφορο και αυτό
- Αδιάφορο;
- Ορκίζεσαι;
Όλα τα όψιμα μηδέν σημάδι στις χαρές μου και το σκυλί να τρέχει στα πάνω και το εγώ να χτυπάει την πόρτα. Χτύπος ατελέσφορος να καρτερώ να ακούσω την ανάσα σου.
ENA XAΣΙΜΟ ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΦΩΣ
Σάλεψε λίγο μπρος στο φως, κάπως σαν να κουνήθηκε και μετά έγειρε εκεί στο κρύο των ημερών. Δεν πονούσε πια, δεν ζητούσε, ούτε είχε τίποτα δικό του, σαν κάτι που να θυμίζει. Ένα όνομα ίσως, αλλά ποιος νοιάζεται τέτοιες ώρες για τα γραφειοκρατικά. Ένα γαλαζοχάσιμο χαμόγελο από τη μέρα που γεννήθηκε είχε σχηματιστεί στα χείλη του. Σαν να ήταν κουσούρι από ψύξη στο πρόσωπο. Μικρός. Δώρο άδωρο η ζωή του. Χαμένος χρόνος, πώς να το πω; Σαν τραγούδι της PI Harvey, όταν το λέει φορώντας μόνο βιvίλ σουτιέν και γύρω της δαίμονες καινοτόμοι. Ήταν Μάιος του 1984 σε μια παραλία στην Ίο. Από εκείνες που τότε καταβρόχθιζαν Εγγλέζους πάνκιδες και Έλληνες ομοϊδεάτες τους. Εγώ τότε ήμουνα με τη Μαρία. Τα’ χαμε δεν τα’ χαμε κανά τρίμηνο. Η Μαρία, εκκολαπτόμενη μουσικός, ψηλή με μακριά σγουρά μαλλιά, σαρκώδη χείλη και ατέλειωτα όνειρα. Εγώ το πάλευα με τη φωτογραφία, μάλλον ατάλαντος, αλλά επιμελής. Διακοπές νωρίς, γιατί όταν θα πήγαινε διακοπές ο συρφετός, εγώ έμενα Αθήνα για να δουλέψω. Εκείνο το Μάιο γ...

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου