εκείνη τη μέρα, την μοναδική, ο ήλιος έκανε θαυμάσια δουλειά.
εσύ φορούσες λουλούδια και ένα ουράνιο τόξο μπέρδευε τα πόδια των δρομέων που πέρναγαν μπροστά σου.
Hσουν υπέροχη, φοβισμένη.
Oι βιτρίνες των ακριβών μαγαζιών του κέντρου της πόλης γεμάτες προτεινόμενα, οι άλλες των συνοικιών, διαθέσιμα.
Δεν χαμογέλασες καθόλου, ούτε μία στιγμή.
Πινελιές χρωματιστών λουλουδιών, εναντιωνόντουσαν στην ισχυρή μονοτονία του πράσινου, εσύ ούτε στιγμή δεν πρόδωσε στους φόβους σου.
Εκείνους τους φόβους κράτησες οδηγό και άφησες όλα τα παράθυρα κλειστά.
Δεν καταρρέουν οι θύμησες, οι άνθρωποι μπερδεύονται με τα στερεότυπα.
ENA XAΣΙΜΟ ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΦΩΣ
Σάλεψε λίγο μπρος στο φως, κάπως σαν να κουνήθηκε και μετά έγειρε εκεί στο κρύο των ημερών. Δεν πονούσε πια, δεν ζητούσε, ούτε είχε τίποτα δικό του, σαν κάτι που να θυμίζει. Ένα όνομα ίσως, αλλά ποιος νοιάζεται τέτοιες ώρες για τα γραφειοκρατικά. Ένα γαλαζοχάσιμο χαμόγελο από τη μέρα που γεννήθηκε είχε σχηματιστεί στα χείλη του. Σαν να ήταν κουσούρι από ψύξη στο πρόσωπο. Μικρός. Δώρο άδωρο η ζωή του. Χαμένος χρόνος, πώς να το πω; Σαν τραγούδι της PI Harvey, όταν το λέει φορώντας μόνο βιvίλ σουτιέν και γύρω της δαίμονες καινοτόμοι. Ήταν Μάιος του 1984 σε μια παραλία στην Ίο. Από εκείνες που τότε καταβρόχθιζαν Εγγλέζους πάνκιδες και Έλληνες ομοϊδεάτες τους. Εγώ τότε ήμουνα με τη Μαρία. Τα’ χαμε δεν τα’ χαμε κανά τρίμηνο. Η Μαρία, εκκολαπτόμενη μουσικός, ψηλή με μακριά σγουρά μαλλιά, σαρκώδη χείλη και ατέλειωτα όνειρα. Εγώ το πάλευα με τη φωτογραφία, μάλλον ατάλαντος, αλλά επιμελής. Διακοπές νωρίς, γιατί όταν θα πήγαινε διακοπές ο συρφετός, εγώ έμενα Αθήνα για να δουλέψω. Εκείνο το Μάιο γ...

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου