Η νύχτα αυτή και τίποτε άλλο.
Προσπάθησε να βολευτεί και να βολέψει ότι σκλήρυνε τη μέρα που χάθηκε, την μέρα που πέρασε
Σκέφτεται ώρα τώρα την πρώτη λέξη. Ποια ήταν η πρώτη λέξη όταν με έναν πήδο μπει μέσα στην Ελπίδα.
Ελπίδα!!!
Όλα έχουν μυρωδιά και ο άνθρωπος παίρνει τι μυρωδιά από ότι αγκαλιάζει,
των ανθρώπων που αγκαλιάζει,
των ονείρων που αγκαλιάζει,
μέχρι τότε όμως, Ελπίδα...
Να μην ξεχάσω τα ταΐσω το ψάρι μονολόγησε, πριν αυτοκτονήσω...
Μην αγαπάς τις νύχτες των φίλων που ξυπνάνε.
Ο θόρυβος ξέρει πώς να ξεφύγει από τα όρια και αν αρχίσει να βρέχει άνοιξε διάπλατα το στήθος σου,
να ξεπλυθεί η καρδιά σου.
Θα μπορούσες σιωπηλή να παραμείνεις, θα μπορούσες απλά στην άκρη να σταθείς και να σωπάσεις.
Όμως προτίμησες να σπρώξεις το φθινόπωρο, να γίνεις ένα με τις εποχές, να γίνεις ένα με το θαύμα.
Το ίδιο το θαύμα.
Είχε ώρα που άρχισε η βροχή.
Έχει ώρα που χάθηκες.
ENA XAΣΙΜΟ ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΦΩΣ
Σάλεψε λίγο μπρος στο φως, κάπως σαν να κουνήθηκε και μετά έγειρε εκεί στο κρύο των ημερών. Δεν πονούσε πια, δεν ζητούσε, ούτε είχε τίποτα δικό του, σαν κάτι που να θυμίζει. Ένα όνομα ίσως, αλλά ποιος νοιάζεται τέτοιες ώρες για τα γραφειοκρατικά. Ένα γαλαζοχάσιμο χαμόγελο από τη μέρα που γεννήθηκε είχε σχηματιστεί στα χείλη του. Σαν να ήταν κουσούρι από ψύξη στο πρόσωπο. Μικρός. Δώρο άδωρο η ζωή του. Χαμένος χρόνος, πώς να το πω; Σαν τραγούδι της PI Harvey, όταν το λέει φορώντας μόνο βιvίλ σουτιέν και γύρω της δαίμονες καινοτόμοι. Ήταν Μάιος του 1984 σε μια παραλία στην Ίο. Από εκείνες που τότε καταβρόχθιζαν Εγγλέζους πάνκιδες και Έλληνες ομοϊδεάτες τους. Εγώ τότε ήμουνα με τη Μαρία. Τα’ χαμε δεν τα’ χαμε κανά τρίμηνο. Η Μαρία, εκκολαπτόμενη μουσικός, ψηλή με μακριά σγουρά μαλλιά, σαρκώδη χείλη και ατέλειωτα όνειρα. Εγώ το πάλευα με τη φωτογραφία, μάλλον ατάλαντος, αλλά επιμελής. Διακοπές νωρίς, γιατί όταν θα πήγαινε διακοπές ο συρφετός, εγώ έμενα Αθήνα για να δουλέψω. Εκείνο το Μάιο γ...

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου