Η νύχτα αυτή και τίποτε άλλο.
Προσπάθησε να βολευτεί και να βολέψει ότι σκλήρυνε τη μέρα που χάθηκε, την μέρα που πέρασε
Σκέφτεται ώρα τώρα την πρώτη λέξη. Ποια ήταν η πρώτη λέξη όταν με έναν πήδο μπει μέσα στην Ελπίδα.
Ελπίδα!!!
Όλα έχουν μυρωδιά και ο άνθρωπος παίρνει τι μυρωδιά από ότι αγκαλιάζει,
των ανθρώπων που αγκαλιάζει,
των ονείρων που αγκαλιάζει,
μέχρι τότε όμως, Ελπίδα...
Να μην ξεχάσω τα ταΐσω το ψάρι μονολόγησε, πριν αυτοκτονήσω...
Μην αγαπάς τις νύχτες των φίλων που ξυπνάνε.
Ο θόρυβος ξέρει πώς να ξεφύγει από τα όρια και αν αρχίσει να βρέχει άνοιξε διάπλατα το στήθος σου,
να ξεπλυθεί η καρδιά σου.
Θα μπορούσες σιωπηλή να παραμείνεις, θα μπορούσες απλά στην άκρη να σταθείς και να σωπάσεις.
Όμως προτίμησες να σπρώξεις το φθινόπωρο, να γίνεις ένα με τις εποχές, να γίνεις ένα με το θαύμα.
Το ίδιο το θαύμα.
Είχε ώρα που άρχισε η βροχή.
Έχει ώρα που χάθηκες.
μια μέρα κράτησα δική μου που δεν λέει να τελειώσει
Έχεις προσέξει πως συλλαβίζουμε κάθε φορά που συναντιόμαστε, της είπε κοντά στο αυτί, γέρνοντας το σώμα του μπροστά, σαν να έψαχνε κομμάτια μουσικής μέσα στο νερό. Εκείνη, έσκυψε ακόμα περισσότερο, άπλωσε το χέρι στο σύννεφο και η καρδιά του άρχισε να χτυπάει δυνατά. Πίστεψε για μια στιγμή πως θα του έπιανε το χέρι. Σήκωσε τα μάτια του χωρίς να κουνήσει διόλου το κεφάλι, να δει αν βλέμματα αδιάκριτα κοιτάζουν προς τον βράχο τους. Τίποτα. Όλα ήσυχα. Έφτανε τόσο για να καταλάβει πως το χέρι της δεν πήγαινε στο δικό του χέρι, μα σε κάτι που λαμπύριζε μέσα στο νερό. Μια αρμαθιά κλειδιά και ένα κράνος από μια πανοπλία ιππότη ήταν αυτό που τράβηξε. - κοίτα, του είπε, Το γούρι μου, εγώ το βρήκα. Δεν έχω βρει ποτέ τίποτα στην ζωή μου. - Ματώνουν τα χείλη μου κάθε φορά που λέω το όνομα σου και εσύ μου μιλάς για τύχες και για γούρια... Δεν είπε τίποτα εκείνη, τον κοίταξε μόνο ίσα στα μάτια και χαμογέλασε - Έλα, τι είναι; Πες μου γιατί χαμογελάς; - Θα σου πω, του λέει χαμηλόφωνα, μα πες μου...

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου