Μάσκα για τους Ντρέδες είναι ετούτη, έτσι μου είπε.
Ύστερα ξεκίνησε το ταξίδι του γυμνός στην επιείκεια του ουρανού.
Γυμνοί γύρισαν και οι πολεμιστές. Μα ετούτοι ήταν βυθισμένοι στα χρώματα.
Γυμνοί πολεμιστές στα χρώματα.
Έξη μέρες πριν την Τετάρτη και εγώ να σκέφτομαι πως ο έρωτας αγάπη δεν είναι, βρίσκεται πάντα σε μία προσπάθεια να την μιμηθεί και σε ξεγελάει.
Μα αγάπη δεν είναι.
Ίσως να το καταλάβεις όταν αποχωρήσει και ο τελευταίος γυμνός πολεμιστής.
Εγώ όμως σκέφτομαι άλλα, όσο κι αν είναι μπροστά μάτια μου κρυφοί ήλιοι χαριεντίζονται.
Σκέφτομαι τις ημερομηνίες που δεν βγαίνουν.
Τις μέρες που χάθηκαν, τα γιατί που δεν απαντήθηκαν.
Σκέφτομαι τα όνειρα που ποδοπατήθηκαν προδομένα.
μια μέρα κράτησα δική μου που δεν λέει να τελειώσει
Έχεις προσέξει πως συλλαβίζουμε κάθε φορά που συναντιόμαστε, της είπε κοντά στο αυτί, γέρνοντας το σώμα του μπροστά, σαν να έψαχνε κομμάτια μουσικής μέσα στο νερό. Εκείνη, έσκυψε ακόμα περισσότερο, άπλωσε το χέρι στο σύννεφο και η καρδιά του άρχισε να χτυπάει δυνατά. Πίστεψε για μια στιγμή πως θα του έπιανε το χέρι. Σήκωσε τα μάτια του χωρίς να κουνήσει διόλου το κεφάλι, να δει αν βλέμματα αδιάκριτα κοιτάζουν προς τον βράχο τους. Τίποτα. Όλα ήσυχα. Έφτανε τόσο για να καταλάβει πως το χέρι της δεν πήγαινε στο δικό του χέρι, μα σε κάτι που λαμπύριζε μέσα στο νερό. Μια αρμαθιά κλειδιά και ένα κράνος από μια πανοπλία ιππότη ήταν αυτό που τράβηξε. - κοίτα, του είπε, Το γούρι μου, εγώ το βρήκα. Δεν έχω βρει ποτέ τίποτα στην ζωή μου. - Ματώνουν τα χείλη μου κάθε φορά που λέω το όνομα σου και εσύ μου μιλάς για τύχες και για γούρια... Δεν είπε τίποτα εκείνη, τον κοίταξε μόνο ίσα στα μάτια και χαμογέλασε - Έλα, τι είναι; Πες μου γιατί χαμογελάς; - Θα σου πω, του λέει χαμηλόφωνα, μα πες μου...

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου