Έχεις προσέξει πως συλλαβίζουμε κάθε φορά που συναντιόμαστε, της είπε κοντά στο αυτί, γέρνοντας το σώμα του μπροστά, σαν να έψαχνε κομμάτια μουσικής μέσα στο νερό. Εκείνη, έσκυψε ακόμα περισσότερο, άπλωσε το χέρι στο σύννεφο και η καρδιά του άρχισε να χτυπάει δυνατά. Πίστεψε για μια στιγμή πως θα του έπιανε το χέρι. Σήκωσε τα μάτια του χωρίς να κουνήσει διόλου το κεφάλι, να δει αν βλέμματα αδιάκριτα κοιτάζουν προς τον βράχο τους. Τίποτα. Όλα ήσυχα. Έφτανε τόσο για να καταλάβει πως το χέρι της δεν πήγαινε στο δικό του χέρι, μα σε κάτι που λαμπύριζε μέσα στο νερό. Μια αρμαθιά κλειδιά και ένα κράνος από μια πανοπλία ιππότη ήταν αυτό που τράβηξε. - κοίτα, του είπε, Το γούρι μου, εγώ το βρήκα. Δεν έχω βρει ποτέ τίποτα στην ζωή μου. - Ματώνουν τα χείλη μου κάθε φορά που λέω το όνομα σου και εσύ μου μιλάς για τύχες και για γούρια... Δεν είπε τίποτα εκείνη, τον κοίταξε μόνο ίσα στα μάτια και χαμογέλασε - Έλα, τι είναι; Πες μου γιατί χαμογελάς; - Θα σου πω, του λέει χαμηλόφωνα, μα πες μου...
Από παλιά ήταν αλλού. Τον θυμάμαι γελαστό να ζωγραφίζει άλογα στις πέτρες και ύστερα στον άνεμο της αμολούσε. Εκείνος, ο άνεμος, μόνο σε αυτόν χάριζε ήχους, ανάσες, σφυρίγματα, τραγούδια. Ήταν ο μόνος που είχε δει νεράιδες, τις είχε ονοματίσει ανάλογα με το χρώμα τους και αυτές του είχαν πάρει το μυαλό ή μήπως ήταν άγγελοι;;; Μεγαλώνοντας, είχε ζυμώσει την ανθρωπιά του τόσο, όσο χρειάζεται να γίνει το σχήμα σώμα αλάνθαστο και με αρώματα πλούσιο και καλοσύνη περισσή Το κάθε τι που επιθυμείς. Σαν ευχή ένα πράγμα.
Μία φορά και έναν καιρό σε ένα κάστρο αληθινό, στης Καλλιθέας τα στενά βρέθηκαν 6 παιδιά και τα έξη ερωτευμένα με την ίδια πριγκίπισσα. Την μουσική. Μία φορά και έναν καιρό λοιπόν, κάπως σαν παραμύθι. Πριν 30 χρόνια στην Καλλιθέα μία παρέα νεαρών μουσικών, με έναν αγέρα δραπέτη, σε άγνωστους δρόμους κρατώντας ένα άδειο μυστικό, ανάμεσα στον καιρό και σε μία ανάσα που σβήνει, στη βροχή, ερωτευμένοι με την ασημένια σφίγγα για μία περήφανη στιγμή. Δεν είναι αρκετό, δεν έχει χώρο με εικόνες στα σύννεφα. Στην κοιλιά της σιωπής, η μπαλάντα του οπερατέρ φωνάζει δυνατά, Θα με αγαπάω, θα με βρεις εδώ ξανά, θέλω να χάσω τον εαυτό μου, μα μ΄αρέσει να μη λέω πολλά. Έτσι, μία κακή φωτιά, στην καινούργια σελήνη, με εντροπία, στο χειμώνα, στη γη που αφήνω, στην δίκοπη ζωή, μία φυλακή. Μαύρες γραμμές, μικρά μυστικά, μικρά που είναι τα όνειρα. Ένα κινέζικο πορτρέτο, κοιτά μακριά, είναι Κυριακή. Λυπήσου με Μαρία, είναι κάτι μικρές χαμένες μέρες, στον μικρό πλανήτη, με μισή ζωή, μπλε. μένει ν...
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου