Αναρτήσεις

Εικόνα
  ...η άνοδος στην Κηφισίας, αναποφάσιστη. Μόνο οι σειρήνες των ασθενοφόρων, μοιάζουν να προβάλουν αντίσταση. Νύχτα, φως από όπου μπορεί να έρθει... Έναν στύλο από μια διαφημιστική πινακίδα, από ένα αυτοκίνητο. Από ένα χάδι στα κρυφά, από ότι απόμεινε στον χρόνο. Σαν να φύσηξε ο αέρας και χάθηκαν τα χρώματα. Γύρισε την πλάτη και άρχισε να περπατάει προς το χθες. Περίμενε να ακούσει μια φωνή να του λέει : - Στάσου!!! Σιωπή, καμία φωνή, κανένα νεύμα, καμία προσευχή, ορατών 'ή αοράτων. Τούτο το αποψινό, είναι τυλιγμένο με σελοφάν. Μαζεύει σε βάζα το φεγγάρι και κάνει μαρμελάδες σύννεφα. Άρωμα αγχολυτικό. Μέσα από τα μάτια η περιπέτεια ή η ταπείνωση. Μοχθηρός σε κόσμο αγγέλων, ένα χειροφίλημα, μια υπόκλιση. Ένα μαντίλι στα μαλλιά και ένα ποτήρι νερό. Φοβάσαι τις λέξεις τις παροξύτονες και διαλέγεις τραγούδι βραδιάτικο, με βάθος νόημα... Πριν χαθεί το όνειρό μας και ξανά βραδιάσουμε, άσε με να σ' αγαπάω κι όπου φτάσουμε. Τσιγάρο θες; κόψε το φίλτρο...
Εικόνα
  Οι τσέπες μου γεμάτες από τα χέρια μου, σαν πόρτα μέσα έξω, μέσα έξω. Είναι διάφανες και ξεμακραίνουν. Χάνονται σε δρόμους φαρδιούς, χάνονται σε δρόμους βαδίζοντας. Μου μένει μόνο η άρνηση.
Εικόνα
  Μόνος στους τοίχους ανάμεσα, οι σκιές παρέα τάχα σε εμένα να προστρέχουν, να μην αρκούν ποτέ οι μουσικές  και οι λέξεις κρύα μέταλλα να αγγίζουν τα μαλακά και να πονάνε.Κάτι μαύρα φτερά, δεξιά, να χάσκουν και μόνα τους κάπου κάπου να κινούνται χωρίς ανάσα, χωρίς επιστροφή και εσύ με πυρετό ολότελα μακριά κι ας λες.Ούτε το άγγιγμα μου πια σε συνεπαίρνει, παράπονο το κάνεις και δακρυσμένη το'πες, πόσο λυπάσαι που ο έρωτας υπάρχει δυστυχής. Δεν ήταν του πυρετού μονόλογος, κατά  δικά σου βρέφη ήταν μόνο και όσοι μετά από εμένα ζήσουν όσοι μπορέσουν εσένα να αγαπήσουν, θα μάθουν πως αδυναμία ετούτο θα΄ναι, γιατί κανείς θεός δεν μπόρεσε ποτέ τα λόγια να τιθασεύσει, κανείς θνητός με τάματα δεν είδε τους θεούς.

το ποτάμι πίσω δεν γυρίζει

Εικόνα
  Τέλος είπαν. Τέλος των πάντων. Που έτσι χάσκει σαν δήλωση ότι συμβιβαζόμαστε επιφανειακά με τα προηγούμενα και άρχισαν τα πάντα τέλος να μην έχουν και να ανθίζουν γύρω σου. Θάλασσες μουδιασμένες, στο άρμεγμα ξεκίνησαν και χορό στήσαν στα αρώματα, με χρώματα πολύτιμα. Πλημμύρισαν τις όχθες του Αχέροντα, αρνήθηκαν να καταθέσουν οβολό και απαίτησαν να κάνει πίσω το ποτάμι το μαύρο, το ισχυρό, να μην ξεβγείς. Μάταια Ποτάμι πίσω δεν γυρίζει.

η ομορφιά των ζωντανών

Εικόνα
  Κατάφερε ετούτος ο Άνθρωπος το πέρας να νικήσει στην μοναξιά μιας μέρας, εκείνης της μέρας που η χάρη του δόθηκε, εκείνης της κενής, της τελευταίας μέρας, που βάλθηκαν τα μάτια να ιδρώνουν. Τότε ήταν που εκείνος ο ποιητής της πέτρας, επειασε την, κρύα όπως ήταν, χωρίς φευγιό και πάνω της έγραψε το χαμόγελο, τα μάτια, την ακινησία την νεκρική. Έτσι στέκει ίσα με σήμερα και αύριο και του χρόνου, στα χρόνια έτσι θα είναι και ακόμα παραπέρα. Θα στέκει εκεί να θυμίζει πως η ομορφιά των ζωντανών, τον θάνατο ξορκίζει.

!+;=...

Εικόνα
  ...δέσε τον μονόκερο μ΄άρωματα στο δένδρο απόψε.  Ενδέχεται να βρέξει χαμόγελα και έτσι όπως λευκός θα κυματίζει, μπορεί να ξεβγαλθεί...

κι ύστερα τι;

Εικόνα
  Χάνονται, φεύγουν κάθε μέρα άνθρωποι, φίλοι, γνωστοί, άγνωστοι, μα ο θάνατος που έρχεται με τα χρόνια, είναι απώλεια, μα απώλεια κατά κάποιο τρόπο αποδεκτή, κατανοητή. Έφυγε λένε, πλήρης ημερών και θέση ύστερα παίρνει η θύμηση, οι αναμνήσεις και όλο τούτο μοιάζει σαν να πεθαίνει το παρελθόν. Μα όταν πεθαίνουν νέοι, είναι αλλιώς, είναι ετούτο πράγμα που δεν χωνεύεται. Δεν το προσπερνάς, δεν το ξεχνάς, δεν το δικαιούσαι. Γατί όταν πεθαίνουν νέοι άνθρωποι, πεθαίνει το μέλλον.